σελφ σερβις - Επαναβιομηχάνιση και επενδύσεις

Πέμπτη, 20 Ιουνίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Επαναβιομηχάνιση και επενδύσεις

18 Απριλίου 2019 | 10:25 Γράφει ο Αλέξανδρος  Πεστιμαλτζόγλου Topics: Βιομηχανία,Επενδύσεις

Σύμφωνα με τους οικονομικούς μας ταγούς, η στήριξη της επαναβιομηχάνισης της χώρας, ιδίως μετά την καταστροφική δεκαετία της κρίσης αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Η μετάβαση σ’ ένα ισόρροπο και βιώσιμο βιομηχανικό αναπτυξιακό μοντέλο, σε μια ανταγωνιστική παραγωγική βάση, θα έχει ισχυρή πολλαπλασιαστική επίδραση στην ελληνική οικονομία. Αναγκαία συνθήκη είναι η επαναφορά σε ένα σύστημα ομαλής κυκλοφορίας των διαθέσιμων κεφαλαίων, μέσω της έντασης των επενδύσεων υψηλής παραγωγικότητας στους σημαντικότερους κλάδους του τομέα της μεταποίησης.

Οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στους κλάδους της μεταποίησης την περίοδο 1996-1999 αντιστοιχούσαν σε διψήφιο επίπεδο επενδυτικής δαπάνης (17,7%). Όμως, στο διάστημα 2000-2007 η επενδυτική δαπάνη παρουσίασε θετικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής μόνο σε 9 από τους 19 κλάδους (-1,8%). Την περίοδο 2008-2015, εποχή της μεγάλης ύφεσης, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στους κλάδους της μεταποίησης εμφάνισαν αρνητικό μέσο ρυθμό μεταβολής (-3%), ιδιαίτερα μειωμένο σε πολλούς κλάδους. Η τεράστια αποεπένδυση της ελληνικής οικονομίας τα χρόνια της κρίσης φαίνεται από το σύνολο του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου: Ενώ το 2008 ανήλθε σε 56.174 εκατ. ευρώ σε σταθερές τιμές, το 2014 έφτασε τα 20.936 εκατ. ευρώ και το 2017 τα 23.216 εκατ. ευρώ.

Σήμερα η χώρα καλείται να επιλέξει μεταξύ σεναρίων ανάπτυξης που θα ευνοήσουν την αύξηση των επενδύσεων, προκειμένου να καλυφθούν οι απώλειες των προηγούμενων χρόνων. Στο μεταξύ, το ποσοστό χρήσης της παραγωγικής δυναμικότητας της ελληνικής βιομηχανίας αυξήθηκε από 64% το 2015 σε 68% το 2017, εξέλιξη που οδήγησε τους βιομηχάνους σε αύξηση της επενδυτικής έντασης (δηλαδή της ετήσιας ροής προς απόθεμα) από το χαμηλό 8% το 2015 σε 11% το 2017. Τούτο δείχνει πως ξεπερνιέται οριακά ο βαθμός απόσβεσης (δηλαδή το ουδέτερο σημείο, που η καθαρή αξία του αποθέματος μηχανημάτων παραμένει σταθερή) και επιδεικνύονται σημάδια δυναμικής ανάπτυξης. Εκτιμάται δε πως ο βαθμός της έντασης των επενδύσεων σε μηχανήματα θα προσεγγίσει το 2023 το 14%-16%. Γενικά ο στόχος είναι οι επενδύσεις να αυξηθούν από το 12,6% του ΑΕΠ σήμερα (26% το 2007), τείνοντας στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήτοι το 20% (με υψηλότερες τις επιδόσεις 26% της Τσεχίας και 33% της Ιρλανδίας).

Οι επενδύσεις στον κλάδο τροφίμων-ποτών
Ο κλάδος των τροφίμων-ποτών είναι εκ των βασικών μοχλών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και ένας από τους μεγαλύτερους και δυναμικότερους του τομέα της μεταποίησης. Ειδικότερα, καλύπτει το 26,4% του συνόλου των επιχειρήσεων, απασχολεί το 1/3 του συνόλου των απασχολούμενων, η αξία της παραγωγής του αγγίζει το 24,3% του συνόλου της μεταποίησης, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του φτάνει το 24,6% του συνόλου, καταλαμβάνει την πρώτη θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους κλάδους από άποψη κύκλου εργασιών με μερίδιο 25,2%, έχει έντονα εξωστρεφείς (όπως και εσωστρεφείς) υποκλάδους, ενώ παρουσιάζει πολύ μεγάλη συγκέντρωση, αφού το 1% των εταιρειών του παράγει το 63% των συνολικών εσόδων. Την περίοδο της κρίσης οι επενδύσεις στον εν λόγω κλάδο κυμάνθηκαν στο ασφυκτικό πλαίσιο που λειτούργησε όλη η μεταποίηση, αλλά με διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ την περίοδο 1996-1999 η βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού είχε μέσο ρυθμό μεταβολής των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου 17,5%, την περίοδο 2000-2007 είχε αντίστοιχα 3%, ενώ μεταξύ 2008 και 2015 εμφάνισε μέση κάμψη -9,0%. Όπως συνέβη και σε άλλα τμήματα του μεταποιητικού τομέα, ο εν λόγω κλάδος δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 2000-2007 για την ενδυνάμωση των επενδύσεών του. Πάραυτα το μέσο μερίδιο του κλάδου στις συνολικές επενδύσεις της μεταποίησης την περίοδο 2008-2015 ανήλθε στο 18,6%, που είναι το μεγαλύτερο μετά της παραγωγής προϊόντων πετρελαίου (32,4%). Η συσχέτισή του με το μερίδιό του στο παραχθέν προϊόν ή, διαφορετικά, η αναλογία μεταξύ επενδύσεων και παραγωγής ήταν θετική, φτάνοντας το 20,2% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης (σε σταθερές τιμές), πράγμα φυσιολογικό, αφού η μεγαλύτερη κλίμακα παραγωγής δημιουργεί την ανάγκη και τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερο σχηματισμό κεφαλαίου.

Σύμφωνα με την έρευνα επενδύσεων Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2018 του ΙΟΒΕ, οι επενδυτικές δαπάνες στον κλάδο το 2018 ανήλθαν κατά 28,8% σε σχέση με το 2017 και κατά 1,5% πάνω από την άνοδο των δαπανών του συνόλου της μεταποίησης (27,3% υψηλότερες σε σχέση με τις δαπάνες του 2017). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι πλέον πρόσφατες εκτιμήσεις για την τάση των επενδύσεων το 2018 είναι θετικές, τόσο στην Ευρωζώνη (6,4%), όσο και στην ΕΕ (6%). Ως προς τις προβλέψεις για το 2019, οι επενδυτικές δαπάνες στον κλάδο τροφίμων-ποτών αναμένεται ότι θα αυξηθούν κατά το πολύ αισιόδοξο 36,3% σε σχέση με το 2018, ενώ συνολικά για τον τομέα της μεταποίησης εκτιμάται πως η αύξηση θα είναι της τάξης του 31,5%. Για την Ευρωζώνη η σχετική αύξηση αναμένεται 7,2% και συνολικά για την ΕΕ 6,1%.

Κατανομή επενδύσεων με βάση τον σκοπό τους
Στην έρευνα επενδύσεων του ΙΟΒΕ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η ιεράρχηση των επενδυτικών δαπανών ανάλογα με τον σκοπό τους. Ως βασικές κατηγορίες επενδύσεων προτείνονται έξι, αποτυπώνοντας ισάριθμες κατευθύνσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων του κλάδου. Ειδικότερα, το 2018 το επενδυτικό μίγμα των επιχειρήσεων της μεταποίησης (δεν δίνονται αναλυτικότερα στοιχεία για τα τρόφιμα-ποτά) αποτελούνταν από δαπάνες αντικατάστασης του υφισταμένου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού (49%), για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας ήδη παραγόμενων προϊόντων (19%), για τη διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας με σκοπό την παραγωγή νέων προϊόντων (18%), για τη βελτίωση των μεθόδων παραγωγής (6%), για άλλους σκοπούς, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η ενίσχυση των συνθηκών ασφαλείας στην παραγωγική διαδικασία κ.ά. (5%) και για την εισαγωγή νέων παραγωγικών μεθόδων (2%). Φέτος οι επενδυτικές δαπάνες κατευθύνονται πρωτίστως στην αντικατάσταση του υφιστάμενου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από πέρυσι (70%) και ακολουθούν, οι δαπάνες για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας (13%), οι δαπάνες για τη διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας με σκοπό την παραγωγή νέων προϊόντων (9%), οι δαπάνες για τη βελτίωση των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής (4%), οι δαπάνες για άλλους σκοπούς (3%) και οι δαπάνες για εισαγωγή νέων παραγωγικών μεθόδων (1%).

Οι μέσοι ετήσιοι ρυθμοί μεταβολής των ακαθάριστων επενδύσεων παγίου κεφαλαίου στους κλάδους της μεταποίησης την περίοδο 1996-1999 αντιστοιχούσαν σε διψήφιο επίπεδο επενδυτικής δαπάνης (17,7%). Όμως, στο διάστημα 2000-2007 η επενδυτική δαπάνη παρουσίασε θετικό μέσο ετήσιο ρυθμό μεταβολής μόνο σε 9 από τους 19 κλάδους (-1,8%). Την περίοδο 2008-2015, εποχή της μεγάλης ύφεσης, οι επενδύσεις παγίου κεφαλαίου στους κλάδους της μεταποίησης εμφάνισαν αρνητικό μέσο ρυθμό μεταβολής (-3%), ιδιαίτερα μειωμένο σε πολλούς κλάδους. Η τεράστια αποεπένδυση της ελληνικής οικονομίας τα χρόνια της κρίσης φαίνεται από το σύνολο του Ακαθάριστου Σχηματισμού Παγίου Κεφαλαίου: Ενώ το 2008 ανήλθε σε 56.174 εκατ. ευρώ σε σταθερές τιμές, το 2014 έφτασε τα 20.936 εκατ. ευρώ και το 2017 τα 23.216 εκατ. ευρώ.

Σήμερα η χώρα καλείται να επιλέξει μεταξύ σεναρίων ανάπτυξης που θα ευνοήσουν την αύξηση των επενδύσεων, προκειμένου να καλυφθούν οι απώλειες των προηγούμενων χρόνων. Στο μεταξύ, το ποσοστό χρήσης της παραγωγικής δυναμικότητας της ελληνικής βιομηχανίας αυξήθηκε από 64% το 2015 σε 68% το 2017, εξέλιξη που οδήγησε τους βιομηχάνους σε αύξηση της επενδυτικής έντασης (δηλαδή της ετήσιας ροής προς απόθεμα) από το χαμηλό 8% το 2015 σε 11% το 2017. Τούτο δείχνει πως ξεπερνιέται οριακά ο βαθμός απόσβεσης (δηλαδή το ουδέτερο σημείο, που η καθαρή αξία του αποθέματος μηχανημάτων παραμένει σταθερή) και επιδεικνύονται σημάδια δυναμικής ανάπτυξης. Εκτιμάται δε πως ο βαθμός της έντασης των επενδύσεων σε μηχανήματα θα προσεγγίσει το 2023 το 14%-16%. Γενικά ο στόχος είναι οι επενδύσεις να αυξηθούν από το 12,6% του ΑΕΠ σήμερα (26% το 2007), τείνοντας στον ευρωπαϊκό μέσο όρο ήτοι το 20% (με υψηλότερες τις επιδόσεις 26% της Τσεχίας και 33% της Ιρλανδίας).

Οι επενδύσεις στον κλάδο τροφίμων-ποτών
Ο κλάδος των τροφίμων-ποτών είναι εκ των βασικών μοχλών ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας και ένας από τους μεγαλύτερους και δυναμικότερους του τομέα της μεταποίησης. Ειδικότερα, καλύπτει το 26,4% του συνόλου των επιχειρήσεων, απασχολεί το 1/3 του συνόλου των απασχολούμενων, η αξία της παραγωγής του αγγίζει το 24,3% του συνόλου της μεταποίησης, η ακαθάριστη προστιθέμενη αξία του φτάνει το 24,6% του συνόλου, καταλαμβάνει την πρώτη θέση ανάμεσα στους υπόλοιπους κλάδους από άποψη κύκλου εργασιών με μερίδιο 25,2%, έχει έντονα εξωστρεφείς (όπως και εσωστρεφείς) υποκλάδους, ενώ παρουσιάζει πολύ μεγάλη συγκέντρωση, αφού το 1% των εταιρειών του παράγει το 63% των συνολικών εσόδων. Την περίοδο της κρίσης οι επενδύσεις στον εν λόγω κλάδο κυμάνθηκαν στο ασφυκτικό πλαίσιο που λειτούργησε όλη η μεταποίηση, αλλά με διαφοροποιήσεις. Συγκεκριμένα, ενώ την περίοδο 1996-1999 η βιομηχανία τροφίμων-ποτών-καπνού είχε μέσο ρυθμό μεταβολής των ακαθάριστων επενδύσεων πάγιου κεφαλαίου 17,5%, την περίοδο 2000-2007 είχε αντίστοιχα 3%, ενώ μεταξύ 2008 και 2015 εμφάνισε μέση κάμψη -9,0%. Όπως συνέβη και σε άλλα τμήματα του μεταποιητικού τομέα, ο εν λόγω κλάδος δεν κατάφερε να αξιοποιήσει τις ευνοϊκές συνθήκες της περιόδου 2000-2007 για την ενδυνάμωση των επενδύσεών του. Πάραυτα το μέσο μερίδιο του κλάδου στις συνολικές επενδύσεις της μεταποίησης την περίοδο 2008-2015 ανήλθε στο 18,6%, που είναι το μεγαλύτερο μετά της παραγωγής προϊόντων πετρελαίου (32,4%). Η συσχέτισή του με το μερίδιό του στο παραχθέν προϊόν ή, διαφορετικά, η αναλογία μεταξύ επενδύσεων και παραγωγής ήταν θετική, φτάνοντας το 20,2% της συνολικής ακαθάριστης προστιθέμενης αξίας της μεταποίησης (σε σταθερές τιμές), πράγμα φυσιολογικό, αφού η μεγαλύτερη κλίμακα παραγωγής δημιουργεί την ανάγκη και τις προϋποθέσεις για μεγαλύτερο σχηματισμό κεφαλαίου.

Σύμφωνα με την έρευνα επενδύσεων Οκτωβρίου-Νοεμβρίου 2018 του ΙΟΒΕ, οι επενδυτικές δαπάνες στον κλάδο το 2018 ανήλθαν κατά 28,8% σε σχέση με το 2017 και κατά 1,5% πάνω από την άνοδο των δαπανών του συνόλου της μεταποίησης (27,3% υψηλότερες σε σχέση με τις δαπάνες του 2017). Σε ευρωπαϊκό επίπεδο οι πλέον πρόσφατες εκτιμήσεις για την τάση των επενδύσεων το 2018 είναι θετικές, τόσο στην Ευρωζώνη (6,4%), όσο και στην ΕΕ (6%). Ως προς τις προβλέψεις για το 2019, οι επενδυτικές δαπάνες στον κλάδο τροφίμων-ποτών αναμένεται ότι θα αυξηθούν κατά το πολύ αισιόδοξο 36,3% σε σχέση με το 2018, ενώ συνολικά για τον τομέα της μεταποίησης εκτιμάται πως η αύξηση θα είναι της τάξης του 31,5%. Για την Ευρωζώνη η σχετική αύξηση αναμένεται 7,2% και συνολικά για την ΕΕ 6,1%.

Κατανομή επενδύσεων με βάση τον σκοπό τους
Στην έρευνα επενδύσεων του ΙΟΒΕ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει η ιεράρχηση των επενδυτικών δαπανών ανάλογα με τον σκοπό τους. Ως βασικές κατηγορίες επενδύσεων προτείνονται έξι, αποτυπώνοντας ισάριθμες κατευθύνσεις ανάπτυξης των επιχειρήσεων του κλάδου. Ειδικότερα, το 2018 το επενδυτικό μίγμα των επιχειρήσεων της μεταποίησης (δεν δίνονται αναλυτικότερα στοιχεία για τα τρόφιμα-ποτά) αποτελούνταν από δαπάνες αντικατάστασης του υφισταμένου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού (49%), για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας ήδη παραγόμενων προϊόντων (19%), για τη διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας με σκοπό την παραγωγή νέων προϊόντων (18%), για τη βελτίωση των μεθόδων παραγωγής (6%), για άλλους σκοπούς, όπως η προστασία του περιβάλλοντος, η ενίσχυση των συνθηκών ασφαλείας στην παραγωγική διαδικασία κ.ά. (5%) και για την εισαγωγή νέων παραγωγικών μεθόδων (2%). Φέτος οι επενδυτικές δαπάνες κατευθύνονται πρωτίστως στην αντικατάσταση του υφιστάμενου κεφαλαιουχικού εξοπλισμού, αλλά σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από πέρυσι (70%) και ακολουθούν, οι δαπάνες για την αύξηση της παραγωγικής δυναμικότητας (13%), οι δαπάνες για τη διεύρυνση της παραγωγικής δυναμικότητας με σκοπό την παραγωγή νέων προϊόντων (9%), οι δαπάνες για τη βελτίωση των εφαρμοζόμενων μεθόδων παραγωγής (4%), οι δαπάνες για άλλους σκοπούς (3%) και οι δαπάνες για εισαγωγή νέων παραγωγικών μεθόδων (1%).


Παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδύσεις
Τα αποτελέσματα της έρευνας του ΙΟΒΕ για το 2018 και για το 2019, αναφορικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν τις επενδύσεις στο σύνολο της μεταποίησης, έδειξαν πως θετική επίδραση στην επενδυτική δραστηριότητα των επιχειρήσεων είχαν και αναμένεται να έχουν η προσδοκώμενη ζήτηση για τα παραγόμενα προϊόντα (3,7% κ.μ.ο. ετησίως την επόμενη πενταετία από -4,2% την περίοδο 2009-2017), τα προσδοκώμενα κέρδη των επιχειρήσεων και η συμβολή των τεχνολογικών εξελίξεων.

Οι εν λόγω παράγοντες θα τροφοδοτήσουν την ανάπτυξη των επενδυτικών δραστηριοτήτων, αν ενταχθούν σε μια στρατηγική, που θα προτάσσει την ανταγωνιστικότητα του κλάδου, την κατεύθυνση της εξωστρέφειας των προϊόντων (ποιότητα προϊόντος, στήριξη ελληνικού brand name, οργανωμένη προώθηση ελληνικών τροφίμων), τη βελτίωση της πολιτικής καινοτομίας, έρευνας και εκπαίδευσης και επιπλέον την αξιοποίηση των συγκριτικών πλεονεκτημάτων της ελληνικής πρωτογενούς αγοράς αγροτικών προϊόντων. Τα πλεονεκτήματα αυτά σχετίζονται με την πρόσφατη στροφή προς τα ιδιαίτερα αναγνωρισμένα οργανικά και φυσικά συστατικά του ελληνικού γεωργικού τομέα, με την ανάδειξη και καθιέρωση της αξίας της μεσογειακής διατροφής στις δυτικές κοινωνίες, με την προσήλωση των ανθρώπων των αναπτυγμένων κοινωνιών στις διατροφικές προϋποθέσεις της υγείας, της φυσικής ευεξίας και της ευχαρίστησης, με την ασφάλεια στα τρόφιμα και με την πρόοδο στις διαστάσεις της έρευνας, της καινοτομίας εξειδικευμένων τομέων τροφίμων και της χρήσης νέων τεχνολογιών. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τις διαρθρωτικές ιδιαιτερότητες των ελληνικών εταιρειών (μικρή κλίμακα, εύκολη πρόσβαση σε υψηλής ποιότητας πρώτες ύλες) μπορούν δυνητικά να εξασφαλίσουν την αυξημένη συμμετοχή της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων στις διεθνείς αγορές ποιοτικότερων προϊόντων και κατά συνέπεια την αύξηση των επενδύσεων με εγχώρια και ξένα κεφάλαια.

Παραδείγματα επενδύσεων, ξένων και ελληνικών
Σύμφωνα με την ΕΥ (European attractiveness survey), οι άμεσες ξένες επενδύσεις στην Ελλάδα το 2017 έφτασαν σε αριθμό τις 24 έναντι 13 το 2016, δημιουργώντας 1.194 θέσεις εργασίας. Ειδικότερα, οι επενδύσεις στον κλάδο της αγροτικής παραγωγής και των τροφίμων το έτος αυτό έφτασαν τις 7 κατά το υπόδειγμα πολλών πολυεθνικών εταιρειών, όπως η Mondelez, η Lays, η Barilla, η Cadbury, η General Mills και η Friesland Campina, που εγκαταστάθηκαν εδώ και πολλά χρόνια στην Ελλάδα, όπου και παράγουν ένα ευρύ φάσμα των προϊόντων τους.

Άλλα παραδείγματα είναι η Creta Farms, η οποία ήδη από το 2016 έχει επενδύσει στη μετάδοση της τεχνογνωσίας της σε επιχειρήσεις του εξωτερικού, προκειμένου να αυξήσει την κερδοφορία της, και η Κρι Κρι, που πραγματοποίησε την περίοδο 2012-2016 επενδύσεις συνολικού ύψους 30 εκατ. ευρώ, ενώ την τελευταία τριετία (2017-2019) υλοποιεί επενδύσεις επιπλέον 10 εκατ. ευρώ. Αντίστοιχες περιπτώσεις είναι, επίσης, η Δωδώνη, που επένδυσε το 2015 στην αύξηση της παραγωγής γιαουρτιού κατά 100%, ίδρυσε θυγατρική εταιρεία στην Ολλανδία με σκοπό να διευκολύνει τις εξαγωγές της, όπως και ένα εργοστάσιο παραγωγής χαλουμιού στην Κύπρο, αξίας 5 εκατ. ευρώ, η Chipita που επενδύει προ πολλού στο εξωτερικό, δημιουργώντας εργοστάσια πολλών εκατομμυρίων ευρώ, η Green Cola και η Ελληνική Ζυθοποιία Αταλάντης, που επιδεικνύουν έντονη επενδυτική κινητικότητα τα τελευταία χρόνια –η δεύτερη μεταξύ 2015 και 2018 πραγματοποίησε επενδύσεις 40 εκατ. ευρώ, εκ των οποίων τα 10 σε καινοτόμες τεχνολογίες παραγωγής και συσκευασίας.

Λόγοι επένδυσης στην Ελλάδα και επενδυτικές ευκαιρίες
Δεδομένης της κατάστασης της ελληνικής βιομηχανίας τροφίμων-ποτών και των τάσεων που ήδη αναφέρθηκαν, δίνεται η δυνατότητα στους Έλληνες ή ξένους επενδυτές να διαφοροποιηθούν από άλλους διεθνείς παραγωγούς τροφίμων-ποτών, χαράζοντας επενδυτικές στρατηγικές για τη δημιουργία προστιθέμενης αξίας προϊόντων σε πολλές κατηγορίες προϊόντων, ιδιαίτερα εξαγωγικού προσανατολισμού (υγιεινά τρόφιμα βασισμένα στο μέλι και στο ελαιόλαδο, μαρμελάδες, ζυμαρικά κ.λπ.) και αποκτώντας κυρίαρχη θέση στην παγκόσμια αγορά. Οι δυναμικές προσδοκώμενες αποδόσεις των επενδύσεων στην Ελλάδα θεωρούνται εξασφαλισμένες εξαιτίας τεσσάρων βασικών λόγων: α) της αξίας της επωνυμίας, αφού η ελληνική διατροφή χαίρει παγκόσμιας αναγνώρισης, β) των γεωγραφικών και κλιματικών συνθηκών, αφού η χώρα προσφέρει ιδανικές συνθήκες παραγωγής (πρώτες ύλες, κλίμα, κ.ά.), γ) των τοπικών προϊόντων υψηλής ποιότητας, αφού τα ΠΟΠ αναγνωρίζονται διεθνώς και δ) της εξειδικευμένης τεχνογνωσίας και πλούσιας εμπειρίας, αφού η χώρα έχει άρτια εκπαιδευμένο επιστημονικό και ερευνητικό προσωπικό. Με βάση τα παραπάνω, αξιόλογες επενδυτικές ευκαιρίες στον κλάδο των τροφίμων-ποτών αποτελούν η ανάπτυξη τμημάτων βιολογικών προϊόντων, η δημιουργία συσκευασιών υψηλής αισθητικής για τα εξαγώγιμα προϊόντα, οι επενδύσεις σε αγορές boutique και niche, οι επενδύσεις στη μαζική αγορά παραγωγής τροφίμων ιδιωτικής ετικέτας ή επώνυμης φίρμας και η ανάπτυξη νέων προϊόντων από ελληνικά ερευνητικά κέντρα.


Προβλήματα και προοπτικές
Όμως, παρά τις ευνοϊκές προϋποθέσεις και την έντονη κινητικότητα για την πραγματοποίηση επενδύσεων στον κλάδο τροφίμων-ποτών τα εμπόδια και τα προβλήματα, που σχετίζονται με την ανάπτυξη των επενδύσεων στο σύνολο της ελληνικής οικονομίας, είναι πολλά. Είναι χαρακτηριστικό ότι το 2018 η Παγκόσμια Τράπεζα κατέταξε την Ελλάδα στην 72η θέση μεταξύ 190 χωρών ως προς την αποτελεσματικότητα της προσέλκυσης επενδύσεων. Ο ΣΕΒ, αναγνωρίζοντας τη δυσμενή κατάσταση, ανάθεσε στην Deloitte την εκπόνηση έρευνας καταγραφής της επενδυτικής κατάστασης στη χώρα συγκριτικά με την ΕΕ, με σκοπό τον εντοπισμό των εμποδίων που συναντούν οι επενδυτές, τη δημιουργία μιας εργαλειοθήκης παραγωγικών επενδύσεων και την κατάθεση ενός αποτελεσματικού προγράμματος επενδυτικών μεταρρυθμίσεων. Σημειωτέον ότι μεταξύ 2009 και 2017 η απόσταση της Ελλάδας από την Ευρώπη σε ό,τι αφορά τη διενέργεια επενδύσεων κατέστη χάσμα, που, όπως εκτιμάται από τη Deloitte, είναι της τάξης των 100 δισ. ευρώ και επείγει να καλυφθεί.

Σύμφωνα, λοιπόν, με τα δεδομένα της έρευνας της Deloitte, οι παράγοντες που γίνονται τροχοπέδη για τις επενδύσεις στην ελληνική μεταποίηση είναι οι ελλιπείς δομές υποδοχής των επενδυτών, η αρνητική εικόνα της Ελλάδας, το αβέβαιο φορολογικό πλαίσιο, η αργή απονομή δικαιοσύνης, το ασαφές και κατακερματισμένο ρυθμιστικό πλαίσιο, η μικρή ψηφιακή ωριμότητα, οι δυσκολίες στην κάλυψη τεχνικών θέσεων εργασίας, η ανεπαρκής συνεργασία για την παραγωγή καινοτομιών, το μη ανταγωνιστικό κόστος ενέργειας, οι αδυναμίες χωροταξικού σχεδιασμού, οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση, το υψηλό κόστος χρηματοδότησης, η έλλειψη αποταμίευσης, οι γραφειοκρατικές διαδικασίες των προγραμμάτων ενισχύσεων, οι πολύπλοκες διαδικασίες αναδιάρθρωσης, τα ελλιπή φορολογικά κίνητρα, η αβεβαιότητα ελέγχων και λοιπών φορολογικών θεμάτων, καθώς επίσης και η ευρύτερη οικονομική κατάσταση της χώρας. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται εκ μέρους του ΣΕΒΤ στη δαιμονοποίηση και στοχοποίηση της επιχειρηματικής δράσης στη βάση αντιλήψεων, που ταυτίζουν το επιχειρηματικό κέρδος με την αισχροκέρδεια.

Οι στόχοι της επενδυτικής μεταρρύθμισης
Βάσει των προαναφερόμενων διαπιστώσεων, αλλά και της θέσης της χώρας στον διεθνή επενδυτικό ανταγωνισμό θέτουν, τίθεται ως βασικός στόχος του προγράμματος επενδυτικών μεταρρυθμίσεων ο υπερδιπλασιασμός των επενδύσεων σε παραγωγικές δραστηριότητες (με σημαντικό ρόλο στον κλάδο των τροφίμων-ποτών) σε τέσσερα έως έξι χρόνια και η αύξηση του μεριδίου των επενδύσεων ως ποσοστού του ΑΕΠ από 13% σε 20%. Σύμφωνα με τον ΣΕΒ, η υλοποίηση επενδύσεων αξίας 100 δισ. ευρώ σε βάθος πενταετίας θα εξασφαλίσει ετησίως κατά μέσο όρο επιπλέον 15-20 δισ. ευρώ στο εγχώριο ΑΕΠ, 200-250 χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας και πολλαπλασιαστικά σημαντικά οφέλη στο σύνολο της οικονομίας.

Η επίτευξη των παραπάνω απαιτεί την εφαρμογή συγκεκριμένων εργαλείων και την ανάδειξη των καλών πρακτικών σε κάθε ξεχωριστό κλάδο. Σύμφωνα με την έρευνα, τα εργαλεία επιτάχυνσης αποβλέπουν:

  • Στην αναγνώριση της βελτίωσης του επενδυτικού περιβάλλοντος, με τον περιορισμό των αβεβαιοτήτων αναφορικά με το φορολογικό, νομικό, ρυθμιστικό πλαίσιο και την εμπέδωση πεποίθησης για τη δίκαιη αντιμετώπιση στη χώρα.
  • Στην ενίσχυση των προϋποθέσεων ανταγωνιστικής λειτουργίας (π.χ. τη διασφάλιση της ανταγωνιστικότητας στον κλάδο τροφίμων-ποτών και την προώθηση εθνικής ταυτότητας προϊόντων τροφίμων σε αλυσίδες αξίας του εξωτερικού).
  • Στην ενίσχυση της σχέσης πανεπιστημίων-ερευνητικών κέντρων-επιχειρήσεων, με σκοπό την ανάπτυξη της έρευνας και της καινοτομίας για προϊόντα και υπηρεσίες υψηλής προστιθέμενης αξίας και έντασης γνώσης, καθώς επίσης και στη βελτίωση των υποδομών μεταφοράς, ενέργειας και τηλεπικοινωνιών.
  • Στην επιτάχυνση της αδειοδότησης από τη δημόσια διοίκηση, στην ενίσχυση της πληροφόρησης του επενδυτή και στη σχετική αλλαγή κουλτούρας της δημόσιας διοίκησης.
  • Στην προώθηση εναλλακτικών μορφών χρηματοδότησης (ομόλογα, επιχειρηματικά κεφάλαια, ενισχύσεις, απαλλαγές φόρων και τελών, χρηματοδοτήσεις από ταμεία της ΕΕ, έλεγχος από ανεξάρτητους ελεγκτές).
  • Στην απλοποίηση και σταθερότητα του φορολογικού πλαισίου και της διενέργειας ελέγχων.

Νέο θεσμικό πλαίσιο
Η χαρτογράφηση της κατάστασης στον τομέα των επενδύσεων οδήγησε το 2018 την ηγεσία του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης στην κατάθεση προς ψήφιση σειρά τροπολογιών, με σκοπό τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου (Αναπτυξιακού Νόμου 4399/2016) για τους ιδιώτες επενδυτές. Συγκεκριμένα, οι βασικές νομοθετικές παρεμβάσεις αναπτύχθηκαν σε τέσσερις άξονες. Ο πρώτος σχετίζεται με τον εξορθολογισμό και τη βελτίωση (δηλαδή ταχύτερες και απλούστερες διαδικασίες) των ενισχύσεων για τους επενδυτές. Με το δεύτερο παρέχονται πρόσθετες δυνατότητες, με σκοπό την ολοκλήρωση επενδυτικών σχεδίων, που είχαν υποβληθεί σε προηγούμενους επενδυτικούς νόμους. Ο τρίτος αφορά στη δημιουργία ενδιάμεσων χρηματοοικονομικών οργανισμών επιχειρηματικού κινδύνου, όπως το Ταμείο Συμμετοχών, το οποίο θα συγχρηματοδοτείται από τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Ο τέταρτος άξονας συνδέεται με τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου για την ενίσχυση εταιρειών που εγκαθίστανται στην Ελλάδα, με σκοπό την παροχή ενδο-ομιλικών υπηρεσιών.

Επιπλέον, στο Δελτίο Οικονομικών Εξελίξεων του Υπουργείου Οικονομίας και Ανάπτυξης (Νοέμβριος-Δεκέμβριος 2018) δίνεται έμφαση στο νόμο για την προσέλκυση στρατηγικών επενδύσεων στην Ελλάδα. Συγκεκριμένα το σχέδιο νόμου, που βρίσκεται στο στάδιο της ολοκλήρωσης της ανοιχτής διαβούλευσης, κινείται στην κατεύθυνση της δημιουργίας «ενός πλαισίου πιο ελκυστικού και αποτελεσματικού για τους επενδυτές σε σχέση με το υφιστάμενο, προσφέροντας ένα μεγάλο εύρος ωφελημάτων, ταυτόχρονα με μια ασφαλή, διαφανή, αλλά και ταχεία διαδικασία. Παράλληλα, διασφαλίζει καλύτερα το δημόσιο συμφέρον, αποκτώντας συγκεκριμένη στόχευση, προσελκύοντας επενδύσεις σε όλους τους κλάδους της οικονομίας και εξασφαλίζοντας τη μεγαλύτερη δυνατή διάχυση των ωφελειών από την υλοποίηση των επενδύσεων».

σελφ σερβις (T. 492)
« 1 2 3 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION