σελφ σερβις - Cash & Carry: Με τις ευλογίες του Ξένιου Διός

Σάββατο, 15 Ιουνίου 2019

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Λιανεμπόριο

Cash & Carry: Με τις ευλογίες του Ξένιου Διός

23 Απριλίου 2019 | 09:29 Γράφει ο Νικόλας   Παπαδημητρίου Topics: Cash & Carry,Χονδρεμπόριο

Εν όψει της έναρξης της νέας τουριστικής σεζόν τα cash & carry εναποθέτουν τις ελπίδες αναζωογόνησης του τζίρου τους στην εξυπηρέτηση των αυξανόμενων τα τελευταία χρόνια αναγκών της τουριστικής αγοράς, όπου, άλλωστε, είναι στραμμένο και το (επιχειρηματικά αδελφό, στο πλαίσιο κάποιων ομίλων) ενδιαφέρον του franchising. Ο τζίρος του καταστήματος ευκολίας, της ταβέρνας και συντήρησης του ενοικιαζόμενου δωματίου έλκει, λοιπόν, όλα τα λαγωνικά του ανταγωνισμού. Αλλά τα πράγματα δεν είναι καθόλου μα καθόλου σαφή. Ο Ξένιος Δίας, τάχα, ευλογεί ή σπάει πλάκα;

Kοιτάξτε παρακαλούμε τον παρατιθέμενο πίνακα. Το ενδιαφέρον της μελέτης του έγκειται στα εξής: Πρώτον, η σημαντική κάμψη στην εξέλιξη του τζίρου της οργανωμένης λιανικής το 2016 κι η σταδιακή ανάκαμψή του στη διετία 2017-2018 εύλογα μπορεί να αποδοθεί στην κρίση της Μαρινόπουλος και στην ανάδυση του πανελλήνιου δικτύου της ΕΥΣ, μετά την υπαγωγή του δικτύου της πρώτης στη Σκλαβενίτης. Δεύτερον, η ανοδική πορεία των εσόδων των cash & carry τη διετία 2015-2016, με έμφαση το 2016 (δηλαδή όταν ο τζίρος λιανικής βρέθηκε στα χαμηλότερά του στη διάρκεια της πενταετίας), όπως και η υποχώρησή τους ως το 2018, εύλογα επίσης μπορεί να αποδοθεί στην ευκαιριακή ωφέλεια των cash & carry, για τον ίδιο λόγο που ευκαιριακά μειώθηκε ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ. Τρίτον, ένα ερώτημα: Άραγε, πώς πρέπει να ερμηνευτεί η σημαντική κάμψη του αθροιστικού κλαδικού τζίρου (σούπερ μάρκετ + cash & carry) το 2016;

Πιάνοντας την άκρη του νήματος
Αν ως έτος βάσης εκληφθεί το 2014, εύκολα υποθέτει κάποιος ότι το 2015 τα cash & carry άρχισαν να «μαζεύουν» τις απώλειες της οργανωμένης λιανικής, ήτοι περί τα 60 εκατ. ευρώ, ακριβώς γιατί άρχισαν ν’ ανθούν οι δουλειές του πελατολογίου τους συνεπεία της κρίσης της Μαρινόπουλος. Όμως, την επόμενη χρονιά, το 2016, καίτοι τα cash & carry αύξησαν τις πωλήσεις τους συγκριτικά με το 2015 κατά 35 εκατ. ευρώ, αυτό συνέβη, ενόσω η οργανωμένη λιανική έχασε 375 εκατ. ευρώ, δηλαδή «μάζεψαν» μόλις κάτι περισσότερο από το ένα δέκατο των απωλειών της. Μάλιστα, την επόμενη χρονιά, το 2017, ό,τι κέρδισαν τα cash & carry το 2016, το έχασαν, ενόσω η δράση της ΕΥΣ άρχισε να «μαζεύει» αυτή τις απώλειες του κλαδικού τζίρου, ο οποίος αυξήθηκε κατά 157 εκατ. ευρώ. Το δε 2018, οπότε στον τζίρο των σούπερ μάρκετ προστέθηκαν ακόμα 200 εκατ. ευρώ (έφτασε στα 9.379 εκατ. ευρώ σε πορεία σύγκλισης προς το «έτος βάσης» –θα δούμε φέτος, αν θα φτάσει τα 9.463 εκατ. ευρώ του 2014), τα cash & carry έχασαν ακόμα σχεδόν 40 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, ο τζίρος τους συνέκλινε (με ένα μικρό ωφέλημα 22 εκατ. ευρώ) στο επίπεδο της απόδοσής του κατά το «έτος βάσης»...

Κι αν, έστω, ληφθούν υπόψιν α) ότι περίπου το ένα δέκατο των πωλήσεων της ακμαίας ακόμα Μαρινόπουλος χάθηκε, όπως λένε οι ειδήμονες, όταν αυτή έγινε ο ίσκιος του εαυτού της (δηλαδή, τότε που οι μεγάλοι ανταγωνιστές της κι η μικρή λιανική «έκαναν ταμείο» με τα ιμάτιά της), λόγω μιας κάποιας «ατονίας» των αγοραστικών ενδιαφερόντων του σταθερού πελατολογίου της και β) ότι ο αποπληθωρισμός, η έξαρση των προωθήσεων και οι πωλήσεις χονδρικής των σούπερ μάρκετ αφαίρεσαν, στο μεταξύ, κάμποσα εκατομμύρια ευρώ ακόμα από το απόλυτο μέγεθος του συγκρινόμενου λιανεμπορικού τζίρου του «έτους βάσης», τα βαρύνοντα στοιχεία της γενικής εικόνας του κλάδου δεν αλλάζουν. Ποια είναι αυτή;

Ψάρια και δολώματα του πορθμού
«Το μαχαίρι και το πεπόνι» της διανομής στον ευρύτερο κλάδο των τροφίμων-ποτών και ειδών ευρείας διανομής τα κρατούν εξίσου τα σούπερ μάρκετ και οι δομές του παραδοσιακού χονδρεμπορίου, οι οποίες εξυπηρετούν την αυτόνομη λιανική σε όλες της τις ειδικεύσεις. Ο ανταγωνισμός τους διεξάγεται ισόρροπος, γιατί αυτό εξυπηρετεί τη βιομηχανία και τη ζήτηση.

Δεν νομίζουμε ότι είναι απλώς ισχυρισμός το ότι τα άνω των 300 εκατ. ευρώ του κλαδικού τζίρου, που «χάθηκαν» το 2016 και επανακτώνται βαθμηδόν μέχρι φέτος, πέρασαν προσώρας στις ποικιλόμορφες ειδικεύσεις των καταστημάτων της γειτονιάς και ξαναγυρίζουν συν τω χρόνω στην κοίτη της μεγάλης λιανικής. Σε αυτή τη μεγάλη άμπωτη και πλημμυρίδα του τζίρου, που τη δημιούργησε ασφαλώς ο τεκτονικός σεισμός της χρεοκοπίας της Μαρινόπουλος και η «αποκατάσταση της τάξης» από την ΕΥΣ, τα cash & carry άπλωσαν απλά ένα δίκτυ κατακράτησης των εύκολων ψαριών. Τα «εύκολα ψάρια» αυτής της ευκαιριακής συγκομιδής, λοιπόν, ήταν κατά μείζονα λόγο οι μικροεπιχειρήσεις, που δουλεύουν λίγο-πολύ είτε ως μικρά ομοιότυπα του σούπερ μάρκετ (μπακάλικα, μίνι μάρκετ) είτε απλώς έχουν συνηθίσει να ψωνίζουν μαζικά κυρίως τρόφιμα (τοστάδικα, καφετέριες, μπαρ κλπ.) από τα φθηνότερα στις προσφορές τους σούπερ μάρκετ. Τα μεν πρώτα –κατά παράδοση στρατηγικός πελάτης του cash & carry– σήμερα τελούν υπό την «πολιορκία» του μικρού σούπερ μάρκετ και (υποτίθεται) των συστημάτων δικαιόχρησης των μεγάλων επωνυμιών. Τα δε δεύτερα ξαναβρήκαν γρήγορα το δρόμο του φτηνού σούπερ μάρκετ αλά Μαρινόπουλος –κι όχι πως τους έλειψε εκείνος για τη Lidl, της οποίας το μερίδιο έχει αυγατίσει και με πωλήσεις χονδρικής...

Στο μεταξύ, η πιάτσα του κλασικού χονδρεμπορίου, μετά τα καίρια κτυπήματα στη ρευστότητά της τα πρώτα χρόνια της κρίσης, έχει σταθεί ολόρθη στα πόδια της, απαλλαγμένη από τις κατά τόπους επισφαλείς ακρώρειές της.

Κι όμως, κινείται!
Τι είναι, τάχα, αυτό που ενισχύει σήμερα την τάση ανάκαμψης του παραδοσιακού χονδρεμπορίου; Το να απαντήσει κανείς «η αναζωογόνηση της μικρής λιανικής» ακούγεται μάλλον τολμηρό. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, αν το convenience κατάστημα άνω των 100τμ στη συνολική επόπτευση των αντικειμένων του απέφερε στην έναρξη της ύφεσης το 2009 περί το 29% του τζίρου των FMCG με 30.319 καταστήματα, στα τέλη του 2017, με το σχετικό πλήθος καταστημάτων μειωμένο κατά 5.513 (στα 24.806, δηλαδή ελαττωμένο χοντρικά κατά το ένα έκτο) συνέχιζε να αποφέρει το 27% των πωλήσεων των FMCG. Μάλιστα, από αυτό το 27% το 11% των πωλήσεων αναλογούσε σε παντοπωλεία και μίνι μάρκετ και το 16% σε όλα τα άλλα είδη καταστημάτων (ζαχαροπλαστεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, μανάβικα κλπ). Άρα, έστω κι αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε εν πρώτοις για «αναζωογόνηση» της μικρής λιανικής, είναι αφενός φανερό πως το υπόβαθρο των υπηρεσιών της παραδοσιακής χονδρικής έμεινε σχεδόν ατόφιο (μόλις 2% του τζίρου των FMCG μετατοπίστηκε στην οργανωμένη λιανική) παρά το σφυροκόπημα της κρίσης και αφετέρου θα διαπιστώσουμε, έτσι, ότι η περίφημη συγκέντρωση του κλάδου ανακλάται ως επιχειρηματική συγκεντροποίηση και μόνο των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ.

Υπάρχουν, άραγε, ορατές τάσεις συγκέντρωσης στο πεδίο της μικρής λιανικής; Το αντίθετο, διότι το convenience κατάστημα αναζωογονείται όχι γενικά, αλλά ειδικά στην αγορά της τουριστικής ζώνης της παράκτιας χώρας (νησιωτικής και μη) και των αστικών κέντρων με τουριστικό ενδιαφέρον. Η πρόκληση της εξυπηρέτησης άνω των 30 εκατομμυρίων ξένων τουριστών ετησίως τουλάχιστον για ένα εξάμηνο είναι ούτως ή άλλως τεράστια. Ο σχετικά νέος παράγων στην τουριστική ζώνη, που ωθεί σε ανάπτυξη τη μικρή λιανική και που προδρομικά δεν είχε δώσει σαφώς το στίγμα του είναι η έκρηξη του Airbnb, αντιθετικά προς την τάση του all inclusive στην ξενοδοχειακή φιλοξενία, που αρχικά δημιούργησε σκεπτικισμό σε όλη την αγορά του μικρού λιανεμπορίου και της μαζικής εστίασης.

Εξ αυτών κινητοποιείται σήμερα το ενδιαφέρον των προμηθευτών FMCG να προάγουν τις υπηρεσίες του παραδοσιακού χονδρεμπορίου κι ο λόγος είναι απλός: Το cash & carry από τη φύση του, όσο και να την παραλλάξει, δεν μπορεί ούτε να σερβίρει έναν-έναν τους μικρούς λιανέμπορους ούτε να κλείνει συμφωνίες μαζί τους αντί ευκολιών πληρωμής ούτε να τους λανσάρει τα εκάστοτε νέα προϊόντα, κάνοντας στοχευμένες προσφορές σε αυτά, ούτε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ενεργειών μάρκετινγκ και μερτσαντάϊζινγκ. Αυτά είναι δουλειές για τους αντιπροσώπους-διανομείς και τους λεγόμενους «παραδοσιακούς» χονδρεμπόρους...

Kοιτάξτε παρακαλούμε τον παρατιθέμενο πίνακα. Το ενδιαφέρον της μελέτης του έγκειται στα εξής: Πρώτον, η σημαντική κάμψη στην εξέλιξη του τζίρου της οργανωμένης λιανικής το 2016 κι η σταδιακή ανάκαμψή του στη διετία 2017-2018 εύλογα μπορεί να αποδοθεί στην κρίση της Μαρινόπουλος και στην ανάδυση του πανελλήνιου δικτύου της ΕΥΣ, μετά την υπαγωγή του δικτύου της πρώτης στη Σκλαβενίτης. Δεύτερον, η ανοδική πορεία των εσόδων των cash & carry τη διετία 2015-2016, με έμφαση το 2016 (δηλαδή όταν ο τζίρος λιανικής βρέθηκε στα χαμηλότερά του στη διάρκεια της πενταετίας), όπως και η υποχώρησή τους ως το 2018, εύλογα επίσης μπορεί να αποδοθεί στην ευκαιριακή ωφέλεια των cash & carry, για τον ίδιο λόγο που ευκαιριακά μειώθηκε ο συνολικός τζίρος των σούπερ μάρκετ. Τρίτον, ένα ερώτημα: Άραγε, πώς πρέπει να ερμηνευτεί η σημαντική κάμψη του αθροιστικού κλαδικού τζίρου (σούπερ μάρκετ + cash & carry) το 2016;

Πιάνοντας την άκρη του νήματος
Αν ως έτος βάσης εκληφθεί το 2014, εύκολα υποθέτει κάποιος ότι το 2015 τα cash & carry άρχισαν να «μαζεύουν» τις απώλειες της οργανωμένης λιανικής, ήτοι περί τα 60 εκατ. ευρώ, ακριβώς γιατί άρχισαν ν’ ανθούν οι δουλειές του πελατολογίου τους συνεπεία της κρίσης της Μαρινόπουλος. Όμως, την επόμενη χρονιά, το 2016, καίτοι τα cash & carry αύξησαν τις πωλήσεις τους συγκριτικά με το 2015 κατά 35 εκατ. ευρώ, αυτό συνέβη, ενόσω η οργανωμένη λιανική έχασε 375 εκατ. ευρώ, δηλαδή «μάζεψαν» μόλις κάτι περισσότερο από το ένα δέκατο των απωλειών της. Μάλιστα, την επόμενη χρονιά, το 2017, ό,τι κέρδισαν τα cash & carry το 2016, το έχασαν, ενόσω η δράση της ΕΥΣ άρχισε να «μαζεύει» αυτή τις απώλειες του κλαδικού τζίρου, ο οποίος αυξήθηκε κατά 157 εκατ. ευρώ. Το δε 2018, οπότε στον τζίρο των σούπερ μάρκετ προστέθηκαν ακόμα 200 εκατ. ευρώ (έφτασε στα 9.379 εκατ. ευρώ σε πορεία σύγκλισης προς το «έτος βάσης» –θα δούμε φέτος, αν θα φτάσει τα 9.463 εκατ. ευρώ του 2014), τα cash & carry έχασαν ακόμα σχεδόν 40 εκατ. ευρώ. Με άλλα λόγια, ο τζίρος τους συνέκλινε (με ένα μικρό ωφέλημα 22 εκατ. ευρώ) στο επίπεδο της απόδοσής του κατά το «έτος βάσης»...

Κι αν, έστω, ληφθούν υπόψιν α) ότι περίπου το ένα δέκατο των πωλήσεων της ακμαίας ακόμα Μαρινόπουλος χάθηκε, όπως λένε οι ειδήμονες, όταν αυτή έγινε ο ίσκιος του εαυτού της (δηλαδή, τότε που οι μεγάλοι ανταγωνιστές της κι η μικρή λιανική «έκαναν ταμείο» με τα ιμάτιά της), λόγω μιας κάποιας «ατονίας» των αγοραστικών ενδιαφερόντων του σταθερού πελατολογίου της και β) ότι ο αποπληθωρισμός, η έξαρση των προωθήσεων και οι πωλήσεις χονδρικής των σούπερ μάρκετ αφαίρεσαν, στο μεταξύ, κάμποσα εκατομμύρια ευρώ ακόμα από το απόλυτο μέγεθος του συγκρινόμενου λιανεμπορικού τζίρου του «έτους βάσης», τα βαρύνοντα στοιχεία της γενικής εικόνας του κλάδου δεν αλλάζουν. Ποια είναι αυτή;

Ψάρια και δολώματα του πορθμού
«Το μαχαίρι και το πεπόνι» της διανομής στον ευρύτερο κλάδο των τροφίμων-ποτών και ειδών ευρείας διανομής τα κρατούν εξίσου τα σούπερ μάρκετ και οι δομές του παραδοσιακού χονδρεμπορίου, οι οποίες εξυπηρετούν την αυτόνομη λιανική σε όλες της τις ειδικεύσεις. Ο ανταγωνισμός τους διεξάγεται ισόρροπος, γιατί αυτό εξυπηρετεί τη βιομηχανία και τη ζήτηση.

Δεν νομίζουμε ότι είναι απλώς ισχυρισμός το ότι τα άνω των 300 εκατ. ευρώ του κλαδικού τζίρου, που «χάθηκαν» το 2016 και επανακτώνται βαθμηδόν μέχρι φέτος, πέρασαν προσώρας στις ποικιλόμορφες ειδικεύσεις των καταστημάτων της γειτονιάς και ξαναγυρίζουν συν τω χρόνω στην κοίτη της μεγάλης λιανικής. Σε αυτή τη μεγάλη άμπωτη και πλημμυρίδα του τζίρου, που τη δημιούργησε ασφαλώς ο τεκτονικός σεισμός της χρεοκοπίας της Μαρινόπουλος και η «αποκατάσταση της τάξης» από την ΕΥΣ, τα cash & carry άπλωσαν απλά ένα δίκτυ κατακράτησης των εύκολων ψαριών. Τα «εύκολα ψάρια» αυτής της ευκαιριακής συγκομιδής, λοιπόν, ήταν κατά μείζονα λόγο οι μικροεπιχειρήσεις, που δουλεύουν λίγο-πολύ είτε ως μικρά ομοιότυπα του σούπερ μάρκετ (μπακάλικα, μίνι μάρκετ) είτε απλώς έχουν συνηθίσει να ψωνίζουν μαζικά κυρίως τρόφιμα (τοστάδικα, καφετέριες, μπαρ κλπ.) από τα φθηνότερα στις προσφορές τους σούπερ μάρκετ. Τα μεν πρώτα –κατά παράδοση στρατηγικός πελάτης του cash & carry– σήμερα τελούν υπό την «πολιορκία» του μικρού σούπερ μάρκετ και (υποτίθεται) των συστημάτων δικαιόχρησης των μεγάλων επωνυμιών. Τα δε δεύτερα ξαναβρήκαν γρήγορα το δρόμο του φτηνού σούπερ μάρκετ αλά Μαρινόπουλος –κι όχι πως τους έλειψε εκείνος για τη Lidl, της οποίας το μερίδιο έχει αυγατίσει και με πωλήσεις χονδρικής...

Στο μεταξύ, η πιάτσα του κλασικού χονδρεμπορίου, μετά τα καίρια κτυπήματα στη ρευστότητά της τα πρώτα χρόνια της κρίσης, έχει σταθεί ολόρθη στα πόδια της, απαλλαγμένη από τις κατά τόπους επισφαλείς ακρώρειές της.

Κι όμως, κινείται!
Τι είναι, τάχα, αυτό που ενισχύει σήμερα την τάση ανάκαμψης του παραδοσιακού χονδρεμπορίου; Το να απαντήσει κανείς «η αναζωογόνηση της μικρής λιανικής» ακούγεται μάλλον τολμηρό. Ωστόσο, σύμφωνα με τα στοιχεία της Nielsen, αν το convenience κατάστημα άνω των 100τμ στη συνολική επόπτευση των αντικειμένων του απέφερε στην έναρξη της ύφεσης το 2009 περί το 29% του τζίρου των FMCG με 30.319 καταστήματα, στα τέλη του 2017, με το σχετικό πλήθος καταστημάτων μειωμένο κατά 5.513 (στα 24.806, δηλαδή ελαττωμένο χοντρικά κατά το ένα έκτο) συνέχιζε να αποφέρει το 27% των πωλήσεων των FMCG. Μάλιστα, από αυτό το 27% το 11% των πωλήσεων αναλογούσε σε παντοπωλεία και μίνι μάρκετ και το 16% σε όλα τα άλλα είδη καταστημάτων (ζαχαροπλαστεία, αρτοποιεία, κρεοπωλεία, μανάβικα κλπ). Άρα, έστω κι αν δεν μπορούμε να μιλήσουμε εν πρώτοις για «αναζωογόνηση» της μικρής λιανικής, είναι αφενός φανερό πως το υπόβαθρο των υπηρεσιών της παραδοσιακής χονδρικής έμεινε σχεδόν ατόφιο (μόλις 2% του τζίρου των FMCG μετατοπίστηκε στην οργανωμένη λιανική) παρά το σφυροκόπημα της κρίσης και αφετέρου θα διαπιστώσουμε, έτσι, ότι η περίφημη συγκέντρωση του κλάδου ανακλάται ως επιχειρηματική συγκεντροποίηση και μόνο των επιχειρήσεων σούπερ μάρκετ.

Υπάρχουν, άραγε, ορατές τάσεις συγκέντρωσης στο πεδίο της μικρής λιανικής; Το αντίθετο, διότι το convenience κατάστημα αναζωογονείται όχι γενικά, αλλά ειδικά στην αγορά της τουριστικής ζώνης της παράκτιας χώρας (νησιωτικής και μη) και των αστικών κέντρων με τουριστικό ενδιαφέρον. Η πρόκληση της εξυπηρέτησης άνω των 30 εκατομμυρίων ξένων τουριστών ετησίως τουλάχιστον για ένα εξάμηνο είναι ούτως ή άλλως τεράστια. Ο σχετικά νέος παράγων στην τουριστική ζώνη, που ωθεί σε ανάπτυξη τη μικρή λιανική και που προδρομικά δεν είχε δώσει σαφώς το στίγμα του είναι η έκρηξη του Airbnb, αντιθετικά προς την τάση του all inclusive στην ξενοδοχειακή φιλοξενία, που αρχικά δημιούργησε σκεπτικισμό σε όλη την αγορά του μικρού λιανεμπορίου και της μαζικής εστίασης.

Εξ αυτών κινητοποιείται σήμερα το ενδιαφέρον των προμηθευτών FMCG να προάγουν τις υπηρεσίες του παραδοσιακού χονδρεμπορίου κι ο λόγος είναι απλός: Το cash & carry από τη φύση του, όσο και να την παραλλάξει, δεν μπορεί ούτε να σερβίρει έναν-έναν τους μικρούς λιανέμπορους ούτε να κλείνει συμφωνίες μαζί τους αντί ευκολιών πληρωμής ούτε να τους λανσάρει τα εκάστοτε νέα προϊόντα, κάνοντας στοχευμένες προσφορές σε αυτά, ούτε να αναλαμβάνει πρωτοβουλίες ενεργειών μάρκετινγκ και μερτσαντάϊζινγκ. Αυτά είναι δουλειές για τους αντιπροσώπους-διανομείς και τους λεγόμενους «παραδοσιακούς» χονδρεμπόρους...


Υπόθεση «άντληση τζίρου»: Τα ερωτήματα
Ταυτόχρονα, όμως, η τουριστική ανάπτυξη συνιστά πρόκληση και για τα cash & carry σε διπλή κατεύθυνση πελατολογίου: Αφενός των μικρολιανεμπόρων, οι οποίοι, ας σημειωθεί, στη δεκαετία της κρίσης έχουν αυξήσει τα ράφια των ψυγείων τους από περίπου 30% του συνόλου στην έναρξή της ως το 60% σήμερα, κι ασφαλώς των επιχειρηματιών της μαζικής εστίασης. Αμφότεροι υπολογίζουν στους έξι θερμούς μήνες του χρόνου, που θρέφουν τους άλλους έξι. Σε αυτό τον υπολογισμό, λοιπόν, αποζητούν μερίδιο οι διοικήσεις των cash & carry.

Στη Χαλκιδική, για παράδειγμα, πολλοί πελάτες χονδρικής της Μασούτης το καλοκαίρι τετραπλασιάζουν το μηνιάτικο τζίρο τους συγκριτικά με τον χειμερινό, έτσι που μόνη η συμμετοχή τους στο γενικό χονδρεμπορικό τζίρο της εταιρείας υπερβαίνει το 10%!

Τα πράγματα για τις εταιρείες του κλάδου, που από άποψη αρχιτεκτονικής μάνατζμεντ έχουν συνδεδεμένους εν είδει συγκοινωνούντων δοχείων τους τομείς χονδρικής και δικαιόχρησης, όπως η Μασούτης, ή και της λιανικής σε κάποιες περιπτώσεις μεσαίων και μικρότερων του κλάδου είναι μάλλον απλά: Ό,τι υστερεί ένεκα εποχικής ιδιαιτερότητας στο ένα εκ των πεδίων δράσης, κοντρολάρεται από τη διοικητική ευελιξία στην ετήσια λειτουργία του όλου συστήματος. Σε διοικητικά συστήματα που προτάσσουν τις ανεξάρτητες δομές καθενός χωριστού πεδίου δράσης, τα πράγματα είναι πιο ζόρικα. Αλλά τούτο είναι μόλις μια παρωνυχίδα της υπόθεσης «άντληση τζίρου και κερδών από τη μικρή λιανική».

Η υπόθεση αυτή υπαινιχθήκαμε ήδη ότι σχετίζεται με τη δικαιόχρηση και η λαχτάρα των αλυσίδων για την επέκταση της δικαιόχρησης σχετίζεται με το απαγορευτικό λειτουργικό κόστος γι’ αυτές, που έχει το να στήνουν γενικά ιδιόκτητα μικρά καταστήματα. Αυτό το εγνωσμένα απαγορευτικό κόστος ειδικά στη ζώνη ανθοφορίας του τουριστικού πλούτου είναι κόστος ανυπέρβλητο, εφόσον η λιανεμπορική δραστηριότητα ασκείται επί το πλείστον κοψοχρονιά. Το κατεξοχήν ερώτημα, που δεν το απαντά η βουλησιαρχία των επιχειρηματικών πλάνων, είναι γιατί να συγκατατεθεί ο τοπικός μικρολιανέμπορος να υπαχθεί σε συστήματα franchising, όταν, έχοντας ήδη φάει με το κουτάλι την οικονομική κρίση κι έχοντας την εμπειρία της συνεργασίας με τα τοπικά δίκτυα των χονδρεμπόρων, αναγνωρίζει περισσότερα κίνητρα στην αδέσμευτη επιχειρηματική δράση;

Το δεύτερο ερώτημα αφορά εγγενώς τη φύση του cash & carry: Είτε ως νέο κατάστημα είτε ως μεταφερόμενο στην τουριστική ζώνη από εμπορικά «άνομβρες» περιοχές είναι ποτέ δυνατόν, άραγε, να δικαιώσει τη φύση του, που βασίζεται στις οικονομίες κλίμακος, δουλεύοντας κι αυτό κοψοχρονιά, όπως η πελατεία του;

Υπάρχει κι ένα τρίτο ζήτημα, που ως ερώτημα το απαντά ο ίδιος ο ανταγωνισμός απόλυτα χρόνια τώρα: Το πρωτείο στην πλευροκόπηση του τζίρου των παραδοσιακών χονδρεμπόρων και των πελατών του ανήκει εξ αρχής όχι στα cash & carry, αλλά στο σκληρό μεριδιακό ανταγωνισμό των αλυσίδων λιανικής, που ρίχνει ακόμα σήμερα τόσο πολύ τις τιμές, μέσω των ειδικών προγραμμάτων προσφορών, ώστε να προτιμώνται τόσο από τους επαγγελματικούς πελάτες των χονδρεμπόρων και cash & carry όσο και από τους ιδιώτες πελάτες της μικρής λιανικής. Πώς αλλιώς εξαφανίστηκε από προσώπου αγοράς περίπου το ένα έκτο του δυναμικού των μικρολιανεμπόρων;

Δεν τίθεται θέμα επιλογής
Η δυσχέρεια των απαντήσεων σε τέτοιου είδους ερωτήματα, είτε ακόμα ανοιχτά στην εμπειρία και στο πειραματισμό των διοικήσεων του κλάδου, με σκοπό την επινόηση λύσεων –έστω με το στανιό–, είτε απαντημένα απερίφραστα στην καθημερινή πράξη, έχει κοινό υπόβαθρο: Την εξάντληση των ορίων στην επέκταση των δικτύων των αλυσίδων λιανικής και προπάντων την αδυναμία της οικονομίας να δημιουργήσει νέο τζίρο, μέσω της αύξησης των διαθέσιμων προς κατανάλωση εισοδημάτων. Ούτως εχόντων των πραγμάτων η μόνη δυνατή προοπτική στον ανταγωνισμό είναι η αδυσώπητη σύγκρουση, με σκοπό την κυριαρχία κατόπιν εξαναγκαστικών συγκεντροποιήσεων κεφαλαίου και υποδομών.

Όχι τυχαία οι επενδυτικές επιδόσεις των αλυσίδων κατά το μέγιστο αποβλέπουν στο αξιόμαχο των δικτύων για τον εκάστοτε «νέο κύκλο εξαγορών» και την περικύκλωση του αντιπάλου παρά στην είσοδο σε δύσκολες τομεακές αγορές του κλάδου, όπως η χονδρική κι η μικρή λιανική. Για την ώρα δεν τίθεται θέμα επιλογής. Η πρώτη επιλογή επενδύσεων είναι επιβεβλημένη, όσο στο μονομάχο της αρένας η υποχρέωση για νίκες μηδενικού αθροίσματος, και αφορά χορό δισεκατομμυρίων «εδώ και τώρα», ενώ η δεύτερη προϋποθέτει τις νίκες της πρώτης, είναι υψηλού κόστους, θέλει βάθος χρόνου και κυρίως οικονομική σταθερότητα. Συνεπώς δεν περισσεύουν πόροι για να γίνει το cash & carry πιο ανταγωνιστικό, ταυτόχρονα, από τα μητρικά του εταιρικά σπλάχνα και από τον «παραδοσιακό» ανταγωνιστή του –πώς άλλωστε; Άλλο δεν μένει, λοιπόν, από το στρατηγικό του ...αυτοσχεδιασμό, ήτοι την τέχνη της προσαρμογής στις μεταβαλλόμενες συνθήκες, που διαμορφώνει ο ανταγωνισμός στη μεγάλη λιανική.

Περί τάξεως μεγεθών
Καθ’ ον χρόνο θα διαβάζεται αυτό το κείμενο η τουριστική αγορά θα ‘χει ήδη ανοίξει κι ο κόσμος του cash & carry θα προσδοκά τον πρώτο και ζωτικότερο μήνα της θερινής σεζόν, τον Ιούνιο, οι πωλήσεις του οποίου συνολικά για την οργανωμένη χονδρική κυμαίνονται ελάχιστα πιο κάτω από το δεκεμβριανό-γιορταστικό της τζίρο (100-115 εκατ. ευρώ έναντι 115 εκατ. ευρώ στις γιορτές ή λίγο πιο πάνω) ένεκα της τοποθέτησης του νέου εμπορεύματος στη μικρή λιανική. Ο τζίρος της τον Ιούλιο και τον Αύγουστο, τζίρος από την αναπλήρωση του «γυρισμένου» εμπορεύματος, είναι περίπου 15-25 εκατ. ευρώ ανά μήνα υψηλότερος από τον τζίρο του Ιανουαρίου και του Φεβρουαρίου (ενδεικτικά Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2017: 67,7 και 85,8 εκατ. ευρώ αντίστοιχα, έναντι 94,5 και 96,6 εκατ. ευρώ τον Ιούλιο και Αύγουστο αντίστοιχα του ίδιου έτους, πηγή Nielsen). Η τάξη μεγεθών, με μικροδιακυμάνσεις από χρονιά σε χρονιά, δείχνει ορισμένως το εκτόπισμα του πανελλήνιου τζίρου της οργανωμένης λιανικής στην ακμάζουσα τουριστική Ελλάδα... Εξάλλου, ένας συγκριτικός υπολογισμός επί ετήσιων στοιχείων της Nielsen των μεγεθών του λιανεμπορικού τζίρου των σούπερ μάρκετ με και χωρίς τα νησιά Αιγαίου και Ιουνίου (εξαιρουμένης της Κρήτης και μη υπολογιζομένων των πωλήσεων της Lidl) μας δείχνει ότι το 2014 ο τζίρος τους ανήλθε στα 357 εκατ. ευρώ, το 2015 στα 537, το 2016 στα 465 και το 2017 στα 487 εκατ. ευρώ. Η θεώρηση των δεδομένων μας στη βάση δεδομένων του «Πανοράματος των Ελληνικών Σούπερ Μάρκετ» δείχνει ότι επί ενός γενικού συνόλου 132 μονάδων cash & carry σε όλη την επικράτεια (μεγάλων δικτύων, μεσαίων και μεμονωμένων) τουλάχιστον οι 75 δραστηριοποιούνται στην τουριστική ζώνη στην ευρεία της έννοια. Δηλαδή, σ’ αυτήν εντάξαμε εκτός των μονάδων της τουριστικής παράκτιας χώρας (ηπειρωτικής και νησιωτικής) κι όλες των νομών Αττικής και Θεσσαλονίκης, καθώς πέραν της εξυπηρέτησης του τοπικού μικρολιανεμπορίου, που απευθύνεται σε λίγους ή περισσότερους τουρίστες, λ.χ. οι αττικές εμπορικές μονάδες της ΕΝΑ εξυπηρετούν και τη μικρή λιανική των Κυκλάδων. Θυμίζουμε, πρώτον, ότι κατά συντριπτική πλειονότητα πρόκειται για παλαιές μονάδες, ιδρυμένες στις εν λόγω περιοχές, επειδή σ’ αυτές ούτως ή άλλως άκμαζε η μικρή λιανική και η αστική ζωή πριν το τουριστικό αναπτυξιακό «θαύμα» της τελευταίας δεκαετίας και υποσημειώνουμε ότι στην αμιγώς τουριστική νησιωτική ζώνη δραστηριοποιείται και η Lidl με 25 καταστήματα (13 σε Αιγαίο και Ιόνιο και 12 στην Κρήτη) πέραν, φυσικά, της πλειάδας σούπερ μάρκετ και υπέρ μάρκετ.

Κατά τα λοιπά θα κλείσουμε μάλλον με τετριμμένα πράγματα, όπως ό,τι φέτος μια σχετική ανησυχία στα επιτελεία των cash & carry δημιουργεί η εξέλιξη του Brexit («θα ‘ρθουν ή θ’ ακυρώσουν οι Βρετανοί;»), ότι η ανησυχία για το βαλάντιο του Έλληνα καταναλωτή, τουρίστα ή όχι, είναι καημός βαρύς ακόμα μια χρονιά, ότι εμπορικά το μίγμα ραφιών της τουριστικής ζώνης (άρα, οι παραγγελίες της μικρής λιανικής) μόνο κατ’ εικόνα μοιάζει στα συνήθη, αφού τα έτοιμα τυποποιημένα τρόφιμα και τα προϊόντα περιποίησης έχουν εκτοπίσει τα προϊόντα νοικοκυριού σχεδόν εξολοκλήρου, ότι για την ηλεκτρονική παραγγελιοληψία των cash & carry φροντίζουν τα δίκτυα που επιδιώκουν την τροφοδοσία κυρίως franchisees και μονίμων πελατών κι ότι ο χαμός των προσφορών δεν έχει τέλος.

    info
    Ευχαριστούμε για τις διαφωτιστικές συζητήσεις μαζί μας τους κ. Δημήτρη Παπαχρυσάνθου, διευθυντή Ανάπτυξης Franchise και Cash & Carry της ΑΒ Βασιλόπουλος, και Σπύρο Μαζαράκη, διευθυντή του τομέα των Cash & Carry της Μασούτης και του δικτύου των Express Market.

σελφ σερβις (T. 493)
« 1 2 »
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Δείτε ακόμη...

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σήμερα

Αυτοί που διάβασαν αυτό διάβασαν επίσης

Τα πιο δημοφιλή Topics

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε αυτήν την ενότητα

Οι πιο δημοφιλείς ειδήσεις σε άλλες ενότητες

ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Συνεντεύξεις / Πρόσωπα

 
ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ

Topics

Αγορά

Τεχνολογία

Τρόφιμα/Ποτά

Ενέργεια/Περιβάλλον

Μεταφορές/Logistics

Εκπαίδευση

Υγεία/Ομορφιά

Ευρωπαϊκή Ένωση

©2019 Boussias Communications, all rights reserved. Κλεισθένους 338, 153 44 Γέρακας, info@boussias.com, Τ:210 6617777, F:210 6617778

ATCOM PRODUCTION